Έχουμε πάει να φάμε φακές στη γιαγιά και τον παππού. Ο μπαμπάς θα αργήσει και θα του πάρουμε το φαγητό του σε τάπερ. Ο Παύλος, που ως γνωστόν τρώει όσες φακές χωράει το κοιλουμπίνι του, τρώει το πρώτο πιάτο φακές και δηλώνει...
Πεινάω, θέλω κι άλλες φακές.
Αγόρι μου, δεν σας ταίζουν στο σχολείο; Τι φάγατε σήμερα;
Πρώτα.... φάγαμε... κρέμα. Μετά... αρακά με πατάτες...
Παιδί μου, θα σκάσει η κοιλίτσα σου με τόσο φαγητό.
Θέλω φακές!
Βρε συ, δε θα μείνει τίποτα για τον μπαμπά να φάει... [λέει η γιαγιά γελώντας και του γεμίζει ξανά το πιάτο].
Ορίστε! πάρε αγόρι μου, [λέω δίνοντάς του το πιάτο].
Να δω τι θα φάει ο μπαμπάς σου, [αστειεύεται ξανά η γιαγιά που καμαρώνει εσωτερικώς για την όρεξη του Τρομερού].
Δηλαδή αυτό είναι του μπαμπά; Δεν πεινάω. Χόρτασα! [ανακοινώνει ο μικρός και βγάζει με μια αποφασιστική κίνηση την πετσέτα από τον λαιμό του, σπρώχνει το τραπέζι και κατεβαίνει από την καρέκλα].
Παύλε, έλα εδώ αγάπη μου. Να! βάζω πίσω τις φακές στην κατσαρόλα. Κάτσε στην καρέκλα σου. Δε θέλεις να φας λίγο τυράκι με ψωμί;
Θέλω.
Κάτσε να σου βάλω την πετσέτα στο λαιμό. Ορίστε το αγοράκι μου. Πάρε και ψωμάκι να κάνεις βούτες. Μπράβο αγάπη μου.
Μμμμμ, ωραίο τυρί φέτας.
Φάε πασά μου. Ξέρεις, η γιαγιούλα πλάκα έκανε με τις φακές. Έχει πολλές στην κατσαρόλα να φάει ο μπαμπάς όσες θέλει και να περισσέψουν. Να σου βάλω ένα πιατάκι κι εσένα;
Όχι, δεν πεινάω.
Καλά θησαυρέ μου, φάε ότι θες.